[Ι]. Aρθρόποdo αιλοuροeιdές aιmomyzητιkό (to).


O αόρατος με γυμνό μάτι μολυσματικός παράγοντας (Μ.Π.) καταλήγει ασφυκτιώντας σε απέραντες κενές εκτάσεις που κείτονται ανοιχτές ως τους πιο αχανείς ορίζοντες. Τόσο απροσμέτρητους που η απλότητα τους αποτελεί την μοναδική ευκαιρία που μπορεί να σου δοθεί ποτέ για την ίαση της μυωπίας. Μετά το τέλος τους μπορείς να συναντήσεις μονάχα ένα καινούριο ραγισμένο πλανήτη καλλυμένο με πορφυρά νέφη ή έστω έναν έρημο σταθμό τρένων όπου το σκιάχτρο-σταθμάρχης συνεχίζει μόνος του να σφυράει με ακρίβεια, τις αφίξεις και τις αναχωρήσεις σε ανύπαρκτα δρομολόγια. Τουλάχιστον κάπως έτσι μπορείς να το φανταστείς και να το αποδώσεις, στο επίπεδο που ένας κενός χώρος υπερκερνά ένα τελικό σημείο, διαρρέοντας άπειρα την συνέχεια του στον χρόνο μόνο, παραγεμίζοντας τον με τίποτα άλλο πιο συγκεκριμένο από σκόρπια και αδέσποτα ερεθίσματα.

Έπρεπε ήδη να ξέρεις πως αν δεν είσαι αρκετά προσεκτικός το βλέμμα σου μπορεί να χαθεί κάπου εκεί και να μην μπορέσεις να το ξαναβρείς όσο και να ψάξεις. Συνήθως την πατούν εκείνοι που πασχίζουν έντονα να διακρίνουν κάποιο νόημα, ή κάτι τελοσπάντων, για να πληρώσουν ικανοποιητικά το χρωστούμενο χάος και έτσι αγνοούν τις απειλές, που καταφτάνουν έρποντας υποχθόνια μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών τους.

Ο Μ.Π. κρύβει την μιασμένη του σάρκα στις ξηρασίες που χάσκουν στην επιφάνεια σαν πληγές σε αφυδατωμένη ύφανση. Αναζητεί τα νέα δεδομένα που θα τον βοηθήσουν να επιβιώσει. Προσαρμόζεται ανελλιπώς. Μεταμορφώνεται σε κάτι πιο εξελιγμένο βαθιά κάτω στην τρύπα του. Γίνεται όμορφος. Οι καινούριες μαύρες γλώσσες του, τυλίγουν ολόγυρα του ένα αιχμηρό κουκούλι, οι κεραίες του επιμηκύνονται, τα δόντια και τα νύχια του ακονίζονται. Σε πιο λίγο από το ανοιγοκλείσιμο των φτερών της διαγαλαξιακής πεταλούδας, που μεταναστεύει κάθε τέσσερις υπερκύκλους, θα καταφέρει να αναρριχήσει τον εαυτό του στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας. Μα θέλει λίγο από τον σχετικό σου χρόνο ακόμα.

Σου μοιάζει πως έχει πέσει σε χειμερία νάρκη περιμένοντας πιο καταλλήλους καιρούς για να ξυπνήσει και να επιτεθεί πιο άγρια και πιο πονηρά. Ίσως και να κάνει ακριβώς αυτό. Ίσως όχι. Το παραμικρό στραβοπάτημα μπορεί να τον ξυπνήσει. Το παραμικρό ενοχλητικό ερέθισμα μπορεί να τον εκτοπίσει από την μεταμόρφωση του και ή να τον σκοτώσει ή να δράσει σαν καταλύτης που θα την επιταχύνει σε κλάσματα και θα τον παραδώσει στην δράση πιο πεινασμένο και αιμοβόρο αίλουρο από ποτέ. Αν και πάντοτε η δεύτερη και χειρότερη πιθανότητα είναι πιο δυνατόν να συμβεί.

Και τότε, με τόσες δηλητηριώδεις απειλές-σφήκες τριγύρω, το καλύτερο που θα σε συμβούλευε ένας λογικός άνθρωπος θα ήταν να τρέξεις όσο πιο γρήγορα το ένα σου καλό πόδι επιτρέπει, για ασφαλές καταφύγιο.

Όλα τα αποξηραμένα κοράλλια στήνουν το ροδαλό ντεκόρ του πατώματος κάνοντας το πιο όμορφο και από το ψεύτικο ανάλογο τους σκηνικό σε κάποιο παιχνίδι εικονικής πραγματικότητας. Αλλά εδώ είναι η πραγματικότητα που επιλεγεί ο καθένας να ζήσει. Στο βάθος δυο άνθρωποι αγκαλιασμένοι συνομιλούν ψιθυριστά πάνω στο σημείο που ένας φλεγμένων εγκέφαλος είναι το μόνο που μπορούν να διαθέσουν ως νοήμουσες μορφές ζωής.

-«Δεν είναι πολύ ειρωνικό που όταν κάτι αληθινό είναι πολύ όμορφο λέμε πως μοιάζει με ψεύτικο και όταν κάτι ψεύτικο είναι πολύ όμορφο λέμε πως μοιάζει με αληθινό (;). Και γαμώ τα οξύμωρα».

Τα κοράλλια αναταράζονται με την υποψία ενός αδυνάμου ακόμη ίχνους ακουστικής θύελλας, αλληλοχτυπώντας τις μάζες τους μέχρι να παράγουν εκείνη την απόλυτα συγχρονισμένη -με το μήκος κύματος που ανεμίζει το υπερμέγεθες ιριδίζον Σέλας πάνω από τα κεφάλια τους- μελωδία που είναι δυνατό να εισακουστεί αιώνες φωτός μακριά. Ποτέ τους δεν ακούγονται όσο τα κρύσταλλα των πολυελαίων που φρενιάζουν στάσιμα, πλάι σε νέφη στιγματισμένα με σωρείες μελανιών στις επιδερμίδες τους. Οι σπείρες της θύελλας, μακριά ακόμη κρυμμένες, λυσσομανούν επιδεικτικά πλησιάζοντας. Γιγαντώνονται σταδιακά χτίζοντας τους εαυτούς τους στην τελειότητα της μαθηματικώς ακριβούς ανατομίας τους.

Το ρεύμα οσμής φέρνει κοντά το διοξείδιο του άνθρακα της εκπνοής, ερεθίζοντας τους υποδοχείς στο άκαμπτο χιτινώδες περίβλημα του Μ.Π. Διαισθάνεται κίνηση. Ακονίζει στο κεντρικό του αντανακλαστικό και όλα τα σκληρά αρθρωτά εξαρτήματα που είναι προσαρμοσμένα στην εξυπηρέτηση της διατροφής του. Κάτι ζωντανό με σταθερό παλμό, κάτι που αναπνέει, βαδίζει προς το μέρος του.

Τα κρύσταλλα αναταράζονται χαρακτηριστικά και οι μεταξύ τους κλαγγές πλησιάζουν την συχνότητα θραύσης τους. Ο ήχος που παράγουν καταντά οξύς καθώς πασχίζουν να φρενάρουν την παραφωνία της θύελλας με λιγνές αφές που αγγίζουν αμυδρά όμως τις ουρές της. Το μαστίγιο της παραφωνίας της είναι εδώ. Σε ασταμάτητη επανάληψη καλεί με ομόκεντρους κύκλους εκπομπής το σμήνος των μεταναστευτικών πουλιών που καταφτάνει τρομαγμένο. Ο ήχος τώρα συμπεριφέρεται, σαν το ύψος εδώ να μην είναι όμοιο με την επιφάνεια της θάλασσας, αλλά ταυτόσημο με τον πάτο της και πάνω του ασκούνται πολλαπλασιασμένες οι ατμόσφαιρες εκατοντάδων ηλιακών συστημάτων. Όλα ανεμίζουν υποβρύχια και ο βόμβος των αναπνοών και των φτερουγισμάτων γίνεται πιο συγκεκριμένος, πιο σαφής μες στα αυτιά σου. Τόσο που σχεδόν σου αποσπάει την προσοχή.

Το κάτω άκρο σου που βυθίζεται για λίγο στην σχισμή ήταν μόλις σαν να πέρασε ένα όριο από το οποίο δεν υπάρχει επιστροφή. Αντιμετωπίζεται σαν να μην βρίσκεται κολλημένο πάνω σε ένα ολόκληρο κορμί που ζει και ανασαίνει αξεχώριστα μαζί του αλλά σαν την μοναδική ευκαιρία που έχεις για επιβίωση. Λαμβάνεται σαν μια απειλή που κατά λάθος πήγε να καταστρέψει τον εξωσκελετό του -πριν από λίγο- κοιμισμένου Μ.Π.

Η εξωτερική επιδερμίδα του αρθρόποδου εχθρού απορρίπτεται σταδιακά και η επιθετική ανάπτυξη του ανατέλλει με μηχανικές απομυζητικές συσκευές που καλογυαλισμένες διψούν για αίμα. Γρυλλίζει εκκωφαντικά μπρος στο θέαμα της φρέσκιας σάρκας. Ο στόχος ικανοποιείται και ο νυγμός έχει προσγειωθεί με επιτυχία στην ράχη της φτέρνας σου. Οι επιθετικοί μηχανισμοί εισάγουν στην αιματική ροή του θύματος του, σίελο εμπλουτισμένο με αναισθητικές, αντιπηκτικές και αγγειοδιασταλτικές ουσίες. Εισέρχεται και ο ίδιος εντός του.

Τα κατάφερε. Θα το εκμεταλλευτεί ως το τέλος, αρπάζοντας τις βιολογικές σου λειτουργίες, μετατρέποντας σε πειθήνιο υποχείριο, ένα έκτρωμα της λογικής και της βούλησης. Θα βοηθήσει ακόμη και στην αποσύνθεση σου μόλις εσύ ή μόνο το πόδι σου -εκείνο που δεν μπορείς πια να λογαριάσεις δικό σου- καταλήξει.

Οι καταιγίδες σταματούν, κοκαλώνουν σαν κάποιο δάχτυλο να πάτησε το πλήκτρο «ποζ» σε ένα μεγάλο κόκκινο κουμπί που μυρίζει έντονα αντισηπτικό. Άπνοια και βουβή σιωπή που μοιάζει να κρατά την αναπνοή της. Στις γωνίες, τέσσερα οικόσιτα βαλσαμωμένα όρνεα καθαρίζουν τα νύχια τους γλύφοντας τα. Το πόδι σου πέφτει κάτω. Αποχωρίζεται από το υπόλοιπο κουρασμένο σώμα και σαπίζει με εκπληκτική ταχύτητα. Χάνει κάθε ικανότητα βάδισης, καθετί που το έκανε χρήσιμο ως τώρα. Τα όρνεα μυρίζουν τον θάνατο και γυροπετούν σε σχηματισμούς επίθεσης πάνω από το κουφάρι του. Κατά την ικανοποίηση της πείνας τους μαλώνουν για την μερίδα του λέοντος. Οι νεκροί τρώγονται από τους νικητές σε μια επίδειξη ακράτητου και δίχως τύψεις κανιβαλισμού. Σκυλεύουν το πόδι και σκυλεύονται αναμεταξύ τους.

Κατά την χώνεψη, στο στομάχι τους γλυκεροί σπόροι παράγονται. Εξέρχονται επίφοβα στα ματωμένα ράμφη τους σε μορφή ημίρρευστου εμέσματος με στερεό πυρήνα-κουκούτσι. Πέφτουν στο ξερό χώμα, όταν το σμήνος γυρνάει ταυτόχρονα το βλέμμα πίσω από τους ώμους του, ενάντια σ’ ένα κεραυνό που διχάζει με την λάμψη του λεπτές λωρίδες ιώδους τόνων στον φόντο του ουρανού. Πέφτουν, ελάχιστα μετά αφού το σμήνος μεταναστεύσει και πάλι βιαστικά, το ίδιο απρόσμενα έτσι όπως ακριβώς ήρθε, φτερουγίζοντας βεβιασμένα δίπλα από τους προωθητήρες που κρατούν σταθερούς -στο σημείο ισορροπίας της αντιβαρύτητας τους- τους κρυστάλλινους θρυμματισμένους πολυελαίους.

Είναι πολύ αργά για σένα πλέον να προσπαθήσεις να θρηνήσεις την χαμένη σου αρτιμέλεια. Θα έπρεπε να ξέρεις πια, πως μόνο μια καλογυαλισμένη συναισθηματική πατερίτσα θα μπορέσει να σε βοηθήσει, για να κάνεις ένα σωτήριο βήμα, ελάχιστα εκατοστά πιο εκεί, προκειμένου να σώσεις την υπόλοιπη φθαρτή σου ύπαρξη.

Categories: Share

Leave a Reply

Note: only a member of this blog may post a comment.