[VI]. Εάn δeν sπάσeις meριkά aυγά δeν tρως ομeλέta.

Τ ραβάω το χέρι μου από την υγρασία του μακρόστενου ντουλαπιού. Με μια αδέξια κίνηση μου ένα πλαστικό μπουκάλι, χωρίς καπάκι, μισογεμάτο με νερό, αναποδογυρίζει και το περιεχόμενο του πέφτει πάνω στο κερί που έχω αναμμένο κάτω από το ντουλάπι και δίπλα στο μάτι του γκαζιού. Από τον αντίχειρα μου μια μικρή πληγή στάζει λίγο αίμα. Τα αυγά σπάνε στην γωνία της κουζίνας, τα ρίχνω στο καυτό λαδί του τηγανιού και το βαπόρι γέρνει περαδώθε αφημένο στην νιρβάνα του. Δυσκολεύομαι να διατηρήσω τις συνιστάμενες των δυνάμεων πάνω μου μηδενικές, αλλά έχω συνηθίσει τόσο καιρό που κάνω αυτήν την δουλειά. Παίρνω μια βαθιά ανάσα και ανάβω ξανά όλα τα κεριά φέρνοντας τα πιο κοντά μου για να δουλέψω πιο άνετα. Τα τσόφλια γλιστρούν και πέφτουν στο πάτωμα. Παραπατάω επάνω τους και σκέφτομαι πόσοι σαν κι εμένα περπατάνε πάνω σε τσόφλια όλη την ημέρα, κάθε ημέρα, για ποιους λόγους και ποιες επιλογές με οδήγησαν εδώ, να βγάζω με αυτόν τον τρόπο το ψωμί μου.
Οι περισσότεροι από τους δεκατρείς ταξιδιώτες που μεταφέρω στο τελευταίο για σήμερα δρομολόγιο, είναι νέοι με λιγοστά τραύματα εμφανή με την πρώτη ματιά. Κάθονται λιώμα από την κούραση, στους καναπέδες πίσω από το τραπέζι, ακουμπώντας με οικειότητα ο ένας πάνω στον άλλον, παρόλο που μέχρι πριν από λίγες ώρες όλοι ήταν άγνωστοι μεταξύ τους. Δεν θέλουν να κοιμηθούν αν και είναι ήδη έτοιμοι για ύπνο εδώ και πολύ ώρα.
Μερικοί από αυτούς παρόλο που προσπαθούν να χειρονομήσουν έντονα και να συζητήσουνε σε υψωμένους τόνους, αντιλαμβάνονται πως τέτοιες προθέσεις και ροπές για φιλοσοφία, τέτοιες ώρες, είναι εντελώς περιττές και έτσι απλώς αρκούνται στο να μένουν στάσιμοι σαν ημιξαπλωμένα σταυρόλεξα με ατελείς λύσεις μέσα τους, περιμένοντας το φαγητό που θα φτιάξω, συνομιλώντας χαμηλόφωνα.
Εξάλλου η ομελέτα μου από πιτσιλωτά αυγά είναι πολύ διάσημη και αποτελεί ένα ικανοποιητικό σνακ που κρατάει πάντα τους πελάτες μου ξύπνιους μέχρι να φτάσουμε απέναντι. Η ποικιλία των αυγών είναι ειδική παραγγελία που καλλιεργείται μόνο για εμένα και μόνο γι’ αυτόν τον σκοπό. Δεν έχω παράπονο, η μαμά-εταιρία φροντίζει πολύ μια τόσο ευσυνείδητη υπάλληλο σαν κι εμένα.
Το σχετικά αξιοσημείωτο με το σημερινό δρομολόγιο, είναι πως μερικοί από τους «πελάτες» μου έχουν δημιουργήσει και υποτυπώδη ζευγάρια -αυτό δεν συμβαίνει πάντα όπως ίσως θα περίμενες- παρόλο που το προσδόκιμο ζώνης τέτοιων σχέσεων είναι αυτές οι λιγοστές και μετρημένες ώρες, μέσα στην νύχτα και μέσα στην θάλασσα, μέχρι την άλλη όχθη. Κάθονται αγκαλιά, φορώντας σκούφους και τα μάλλινα πανωφόρια τους τρίβονται μεταξύ τους σε αυτή την ωραία αίσθηση όταν κάτι ζεστό ακουμπάει κάτι άλλο εξίσου ζεστό. Μπορώ να διακρίνω μια υπόγεια αλλά τηλεβοηκή αίσθηση επικοινωνίας ανάμεσα τους με κοινό παρανομαστή τον φόβο του αγνώστου αλλά και την κλασσική μετάβαση από την άρνηση του ότι έχεις πεθάνει, στην αποδοχή αυτού του γεγονότος. Συνήθως όλη αυτή η διαδικασία κρατάει όσο και το δρομολόγιο.
Τα αδιάβροχα τους στάζουν στις κρεμάστρες. Τα φιλιά ανοιγοκλείνουν στάσιμα καμουφλαρισμένα στις παλάμες τους κάτω από τα τσιγάρα τους, γλιστρούν κατά μήκος του πήχη και στάζουν από τους αγκώνες πέφτοντας κι αυτά στο πάτωμα, δίπλα στα τσόφλια. Η όλη ατμόσφαιρα εδώ μέσα είναι πολύ υγρή, σχεδόν αποπνικτική στο μικρό σαλονάκι στο κάτω μέρος του μικρού καραβιού μου και η ζέστη από τα χνώτα και τους καπνούς δεν παλεύεται. Τα αυγά τσιτσιρίζουν και είναι έτοιμα να μπουν στα πιάτα. Έξω κάνει κρύο μηδαμινά αφροδισιακό, οι γαλότσες μου όμως, ευτυχώς ακόμη, δεν έχουν βάλει νερά αλλά τα πέλματα μου είναι παγωμένα με τον κλασσικό τους εκνευριστικό τρόπο.
Η γεμάτη γρέζι φωνή του ασύρματου διακόπτει για λίγο το μουρμουρητό της παρέας αναφέροντας πως το δελτίο καιρού δεν είναι και τόσο ευοίωνο. Προβλέπεται φουρτούνα με έξτρα μποφόρ. Βάζοντας τα πιάτα στο τραπέζι κάθομαι και ‘γω μαζί τους, δίπλα σε έναν τύπο που δεν είναι «ζευγαρωμένος». Μπορείς να χαρακτηρίσεις την κίνηση μου αυτή εντελώς αντιδεοντολογική αφού το προσωπικό δεν πρέπει να τρώει με τους «πελάτες», αλλά κανείς τους ποτέ δεν έχει παραπονεθεί και εξάλλου όλοι οι ανώτεροι μου δεν βρίσκονται εδώ αλλά στις γραφειάρες τους, έχοντας πιο σοβαρά θέματα να ασχοληθούν από το εάν εγώ παραβιάζω τους κώδικες ηθικής της εταιρείας. Βεβαίως δεν είναι κάτι που το κάνω συνέχεια αλλά αυτήν την στιγμή μου φαίνεται πως χρειάζομαι λίγη οικειότητα και ο βοηθός μου, που είναι στο τιμόνι, θα με φωνάξει αν χρειαστεί κάτι.
Αφηρημένη ακολουθώ με το βλέμμα μου τις σωληνώσεις. Ο διπλανός μου τρώει με όρεξη. Γυρίζει προς το μέρος μου με την μπουκιά καρφιτσωμένη στο πιρούνι του και μου λέει, χωρίς οι άλλοι να τον ακούσουν:
-«Ποτέ δεν το περίμενα πως ο χάρος είναι τελικά θηλυκός και πως μαγειρεύει κιόλας, αλλά γιατί όχι;»
Του απαντώ μασώντας αργά και στον ίδιο χαμηλόφωνο τόνο:
-«Καλά δεν είμαι και η μόνη, υπάρχουν πολλοί άλλοι καπετάνιοι και ακόμη κάμποσες σαν κι εμένα…»
-«Εγώ όμως έχω εδώ απέναντι μου εσένα στον ρόλο αυτό».
-«…αλλά όλοι και όλες όμως περνάμε από την ιδία εκπαίδευση».
-«Εκπαίδευση;»
-«Ναι! κοίταξε ξέρω που το πας πριν καν εσύ μπορέσεις να το υποψιαστείς πλήρως, εντάξει; Δεν έχω επιτρέψει ποτέ σε κανέναν να το σκάσει και να γυρίσει πίσω».
-«…»
-«Το κατάλαβες;»
-«Σου υπόσχομαι πως σύντομα θα επιστρέψω οικιοθελώς. Εσύ δεν θα έχεις κανένα φταίξιμο. Δεν θα παραδεχτώ ποτέ και σε κανέναν πως με βοήθησες. Απλώς έφυγα. Μην μου πεις πως δεν θα μπορέσεις να βρεις κάτι, ένα ψέμα για να καλυφτείς;»
-«Και ποιος είναι ο λόγος εάν επιτρέπεται;» Τον ειρωνεύομαι.
-«Κοίτα έχω αφήσει κάτι πολύ σημαντικό πίσω».
-«Δεν υπάρχει καμμία ικανοποιητική δικαιολογία γι’ αυτό που προσπαθείς να με πείσεις».
Κάπου στο ενδιάμεσο κενό της μεταξύ μας αμηχανίας, ένας από τους υπόλοιπους που κάθεται λίγο πιο δίπλα, πετάγεται και μου λέει: -«Δεν υπάρχει κανένα κουτάλι».
Εκνευρισμένη πετάγομαι πάνω και πολύ πιο δυνατά από τον τόνο που μιλούσα τόση ώρα, του απαντώ: -«Τι λες μωρέ, ποιος ο λόγος να έχεις κουτάλι όταν μπορείς να φας πιο εύκολα με το πιρούνι που ήδη κρατάς στα χέρια σου; Θέλεις ακόμη και τώρα να κάνεις την «ζωή» σου πιο δύσκολη;»
Πριν ολοκληρώσω καλά-καλά την φράση μου παθαίνω αναφυλακτικό σοκ και σωριάζομαι πάνω στα πιτσιλωτά τσόφλια, θρυμματίζοντας τα ακόμα πιο πολύ.
…
Ο Μ.Π. πάντοτε βρίσκει τον δρόμο του ανάμεσα στις μορφές που η ζωή επιλεγεί να ενσαρκωθεί. Συχνά αλλάζει ταυτότητες ανάλογα με τον ξενιστή του και την μετάλλαξη που ο ξενιστής αυτός θα του επιβάλλει. Αντί για Μολυσματικός Παράγοντας μπορεί να μεταμορφωθεί σε κάτι άλλο, με τα ίδια αρχικά αλλά με εντελώς διαφορετική ενέργεια, με εντελώς διαφορετικά αποτελέσματα. Τότε όλα τα νοήματα αλλάζουν κι όλα όσα θεωρούσες μέχρι τώρα αναποδιές, να φανούν σαν κομμάτια ντόμινο, την ροή των οποίων καβαλούσες χωρίς να γνωρίζεις που σε πάει ακριβώς όλη αυτή η διαδρομή κι όμως δεν ξεκαβαλίκευσες, δεν δήλωσες παραίτηση -γιατί αυτό είναι που έχει πραγματικά σημασία- και συνέχισες να κάνεις αυτό που ήτανε για σένανε να κάνεις, αυτό που ένιωθες, μέχρις ότου να φτάσεις εκεί που θες και ονειρεύεσαι.
Κι αν στ’ αλήθεια το γαμημένο το συμπάν συνωμοτεί υπέρ σου ή εναντίον σου, αυτό δεν σημαίνει πως το παίρνεις πάντοτε χαμπάρι. Και μερικές φορές αυτό φαντάζει να είναι και το πιο σωστό. Για να είναι εφικτό ακόμη, το να μπορείς μερικές φορές να αισθάνεσαι, πως όλα είναι φτιαγμένα από αγάπη και ένα σεντόνι αστραφτερός ουρανός σε σκεπάζει μακριά από την μοναξιά και σε αφήνει να γαληνέψεις μέσα στα πιο όμορφα σιαμαία όνειρα μας.
…
Μόλις συνέρχομαι, είμαι ξαπλωμένη στο πάτωμα και το πρώτο πράγμα που κοιτάζω είναι ένας λοξός σπασμένος καθρέφτης που είχα κρεμάσει η ίδια πάνω από τον νεροχύτη. Πάει καιρός που κάποιος έχει να ξυριστεί μπροστά του ή κάποια να έχει βάψει τα χείλη της κοιτώντας τα μέσα του, και κάθε τέτοια στιγμή απουσίας τον κάνει ακόμα πιο θολό. Κοιτάζω τριγύρω μου. Το καράβι μου είναι βουλιαγμένο και ‘γω είμαι μέσα σε αυτό. Οι «πελάτες» μου, είμαι σίγουρη πως διέφυγαν όλοι τους εγκαίρως. Ανακάθομαι και απλώνω το χέρι μου σε μια άδεια χειραψία.
-«Χάρηκα για την γνωριμία». Αλλάζω ύφος. Απλώνω το χέρι με διαφορετικό τρόπο.
-«Χάρηκα πολύ για την γνωριμία, ειλικρινά!»
-«Ναι, ναι, και γω το ίδιο, χάρηκα που σε είδα, παρομοίως». -«Να τα ξαναπούμε κάποτε, θα χαρώ πολύ!»
-«Ω, μην ανησυχείς γι’ αυτό. Θα βρεθούμε. Θα μας φέρει η μοίρα κοντά, που λέει».
Γυρίζω το πρόσωπο στην αντίθετη από το είδωλο μου.
-«Μέχρι τότε προσπάθησε να αλλάξεις λίγο. Προς το καλύτερο».