[III]. Η kοπέλa mου έxeι aλλeργiα kaι μe kάneι nα γeλώ.


O καρπός εκείνος που πρώτος καταφέρνει και πέφτει κάτω, σπάει σε εκατομμύρια χιλιάδες γυάλινα ψίχουλα. Το κουκούτσι του ορθώνεται και περπατά. Γίνεται κοπέλα με την ίδια κατάλευκα λεία επιδερμίδα και με αντιτακτούς αντίχειρες που σκοτώνει τις υπόλοιπες αδελφές της μόλις εκείνες ακουμπήσουν κάτω, λίγο μετά από εκείνη. Απλώνοντας το πιο λευκό της χέρι τείνει να τις δαγκώνει. Τις στραγγαλίζει βγάζοντας άναρθρες κραυγές που μοιάζουν με κραυγές εντόμου σε φυσιολογικό τοκετό ή σε επιθανάτιο ρόγχο. Μόλις τελειώνει, σωριάζεται χάνοντας την ισορροπία της κάτω από το εκτυφλωτικό φως των τριών ήλιων που έχουν ξεπαγώσει και φωτοβολούν έντονα αγκιστρωμένοι στο μέγιστο ύψος της βολής τους. Δυο μεταλλικές κεραίες ξεπηδούν πάνω από τα φρύδια της και διαπερνούν τα ανακατεμένα μακριά μαλλιά της. Στις άκρες τους κρέμονται δυο χοντρά μαργαριτάρια τυλιγμένα με δαχτυλίδια πολύχρωμης σκόνης, όπως δυο θυμωμένοι Κρόνοι -ο καλός και ο κακός- μαλώνουν μες την σκέψη σου καθώς προσπαθείς να πάρεις μια σοβαρή απόφαση. 

Τυλιγμένη με σκούρα μπλε υγρά σύννεφα λαμπυρίζει, λες και μικρά υπολείμματα από σπασμένα καθρεφτάκια κείτονται σκόρπια μέσα της. Τα πιο λαμπερά από αυτά βρίσκονται βαλμένα σε σειρά κατά μήκος του κεντρικού μεσημβρινού στο κορμί της. Στο κέντρο ανάμεσα στα μάτια, στον λαιμό, ανάμεσα στο στήθος, δυο δάχτυλα χαμηλότερα από τον αφαλό, στο περίνεο, στο αντίστοιχα διαμετρικό σημείο των δυο δαχτύλων κάτω από τον αφαλό πίσω στην πλάτη, ανάμεσα στις ωμοπλάτες, στον αυχένα, στο αντίστοιχα διαμετρικό σημείο του κέντρου ανάμεσα στα μάτια στο πίσω μέρος της κεφαλής, στην κορυφή της κεφαλής. Είναι ακόμη πεσμένη στο πάτωμα λες και τα νεύρα των κάτω άκρων της δεν έχουν συνέλθει ακόμη από το φονικό.

Μένει στάσιμη. Στο βλέμμα της, η αθωότητα και η βία χιλίων βρεφών που ψάχνονται να βυζάξουν και η απογοήτευση τους που δεν υπάρχει στήθος να τους προσφερθεί. Τα ούλα της ματώνουν και το κάτω μέρος των χειλιών της βάφεται κόκκινο. Γεύεται μια γεύση γνωστή και ζεστή. Σχεδόν γλυκιά στην άκρη της γλώσσας της. Το δάχτυλο της πάει πρώτα εκεί και μετά κατεβαίνει ανάμεσα στους μηρούς της. Ο εφηβικός της κόλπος σε πρόωρη διαστολή, με αυγά στοιβαγμένα στο βάθος του που κρύβουν το φως και το διαθλούν μέσα της σαν ωοειδή πρίσματα. Από την κοιλιά της ένα ουράνιο τόξο ανατέλλει και η συμπαγής μάζα των νεφών που την περιβάλλουν, διαλύεται αμέσως σε χοντρές σταγόνες γαλάζιου χαλαζιού.

Προσπαθεί να σηκωθεί στηριζόμενη στον κορμό του δέντρου. Περπατά δειλά το πρώτο της βήμα ξυπόλητη, ανάμεσα από αγκάθια-τορπίλες που πετάγονται από τα πτώματα των αδελφών της. Οι φτέρνες της παγώνουν πάνω σε μια σκληρή μεταλλική βάση. Κάνει μια βόλτα γύρω από το δέντρο και με κάθε του ποδιού της κάτω, παράγει ήχους σαν κωδωνοκρουσίες ηλεκτρικά παρανοϊκές με εντάσεις που η ορμή τους μπορούν να κατεδαφίζουν ουρανοξύστες. Προσέχει μην πέσει.

-«Αυτή δεν είναι η μεμβράνη ενός τεράστιου ηχητικού ενισχυτή αλλά ο πάτος του στομαχιού ενός θηλαστικού τέρατος που τώρα κολυμπάει παράλληλα με τον πάτο του πιο βαθύ ωκεανού, που μπορεί να βρεθεί σε ένα σύμπλεγμα γαλαξιών, οι οποίοι πέπτονται βασανιστικά και κυλούν αργά στην αφοδευτική οδό μιας μαύρης τρύπας. Αν καταφέρεις να την κάνεις να ξεράσει τότε μπορεί και να σωθείς.
Όμως ούτε αυτό εξασφαλίζει στα σίγουρα την αυτοπεποίθηση σου. Όμως και αυτή η πιθανότητα φαίνεται οξύμωρη. Όχι, όχι, αυτό που συμβαίνει είναι κάτι διαφορετικό. Ναι, δεν είναι τίποτα άλλο από την σκληρή κορυφή του πέους ενός σφυρηλατημένου κυνηγού κεντημένου σαν τατουάζ πάνω στο μπράτσο ενός ερμαφρόδιτου βασιλιά αρουραίου που φτύνει πίκρες και κατάρες ενώ το πίσω αριστερό του πόδι σηκώνεται χαρακτηριστικά για να ουρήσει όλα τα ηλιοβασιλέματα που δεν πρόλαβες να δεις και όμως βρίσκονται γενετικά καταγεγραμμένα στον κώδικα σου και σε στοιχειώνουν». 

Στην κορυφή αυτής της συνειδητοποίησης, σωριάζεται και όμως δεν ακούγεται τίποτα. Στο τέλος της πτώσης δυο τσιγάρα προβάλλουν αμφοτερόπλευρα από τις θηλές της και ολόκληρο το γυμνό της σώμα καλύπτεται από διάφανο καυτό ιδρώτα. 

 -«Το βρήκα! Αυτό ήταν, σώθηκα!» 

Ανάβει ένα τσιγάρο και από τα ανοιχτά της πόδια μικροσκοπικά κεφάλια βρεφών, σαν κεφάλια καρφίτσας, αρχίζουν να ξεπροβάλλουν. Στραβοκαταπίνει τον καπνό και φτερνίζεται δίχως να βάλει το χέρι της μπροστά. Βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο ενός αλλεργικού σοκ, την αιτία ύπαρξης του οποίου συνεχίζει η ίδια να παράγει. Ακούγονται γέλια κοροϊδευτικά.
Μέχρι να απαλλαγεί από την γόπα, ο χώρος μπροστά της έχει γεμίσει από φωσφορίζοντα κορμάκια που κείτονται γυμνά βγάζοντας κραυγές που την αφήνουν ασυγκίνητη. Τώρα αρχίζει και κρυώνει καθώς οι ήλιοι τρεμοπαίζουν αναβοσβήνοντας λες και κάτι εμποδίζει την επαφή από την οποία παίρνουν ρεύμα. Συγκρατώντας το ρίγος της, σβήνει σε ένα πήλινο γκρίζο πιάτο -τιγκαρισμένο αποτσίγαρα- την κάφτρα που άφησε να καίει τις φάλαγγες των δαχτύλων της για να της υπενθυμίσει πως είναι ζωντανή.
Τα μωρά είναι όλα τους ενωμένα με τους ομφάλιους λώρους τους, οι άκρες των οποίων βρίσκονται ριζωμένοι ακόμη στα τείχη της μήτρας της. Όλα τους προσπαθούν να ξεφύγουν με χαρακτηριστικό άτσαλο σούρσιμο που αφήνει γλοιώδη σημάδια πίσω του σαν ίχνη σαλιγκαριών. Πως από τόσα μικρά στόματα πηγάζουν τόσες κραυγές και τόσα σάλια;
Πιάνοντας με την χούφτα της όλους τους σωλήνες μαζί σε μια αρμαθιά, φαντάζεται πως είναι καλώδια που τα ξεκολλάει από πέτρινους τοίχους. Τα τραβά από μέσα της με δύναμη. Τα μαλλιά της είναι βρεγμένα από τον ιδρώτα της προσπάθειας και την αφόρητη ζέστη και μεγαλώνουν με κάθε τράβηγμα. Ξανά άλλη μια φορά. Και ξανά άλλη μια τελευταία. Οι άκρες ξεκολλούν επιτέλους και μωβ πλαστικές βαλβίδες βρίσκονται στερεωμένες πάνω τους όταν καταφέρνει τελικά να τα κοιτάξει.

Δένει τα μαλλιά της στον κορμό της αμυγδαλιάς που φαίνεται να έχει γεράσει αιώνες και απομακρύνεται κάνοντας λίγα βήματα πιο πίσω. Τα μωρά δεν έχουν προλάβει ακόμη να ξεφύγουν πολύ. Τα κεφάλια τους μεγαλώνουν φουσκώνοντας σαν μπαλόνια. Συλλαμβάνοντας τα ένα-ένα από την αριστερή φτέρνα, τα απλώνει σαν σεντόνια που πρέπει να στεγνώσουν. Το κλάμα τους γίνεται ολοένα και πιο γοερό. Σφίγγει τους λώρους σε κόμπους χρησιμοποιώντας τα μαλλιά της σαν σκοινί απλώματος και τα αφήνει να κρέμονται κάθετα και ανάποδα διαστέλλοντας τους ιστούς γύρω από τους αφαλούς, από τους οποίους συγκρατείται όλο το βάρος. Γύρω τους μια μωβ άχλυ σηκώνεται και τα καμουφλάρει από πιθανούς επιδόξους θηρευτές. Συνεχίζει να βαδίζει αργά, πότε σκύβοντας και μαζεύοντας και πότε στερεώνοντας ακόμη ένα στην μπουγάδα της ενώ τα μαλλιά της συνεχίζουν να μακραίνουν, τραγουδώντας ένα νανούρισμα από μαύρο μέταλλο με κραυγές δικές της και αρμονία τραχιά. Ανάβει το δεύτερο τσιγάρο και ξεφυσάει με δύναμη τον καπνό προς τα πάνω.

 -«Η πιο ειλικρινής αγάπη που θα γνώριζες ποτέ σου. Εκτίμησε το!»

Μόλις τελειώσει, απλώνει τα χέρια της σε έκταση και με το τσιγάρο στο στόμα, τεντώνεται και γδύνεται πιο πολύ μια ολόλευκη σιωπή που εγκαθίσταται απαλά στον χώρο. Ο ιδρώτας τσούζει κάτω από τα βλέφαρα της και αυτή κλείνει την όραση της. Τα πέλματα της έχουν γίνει σκληρά σαν γυαλόχαρτο. Στην ζάλη ενός βουβού μετά-οργασμικού παροξυσμού καμουφλάρεται και πετρώνει στην κίνηση της διαφυγής, με το στόμα της ορθάνοιχτο να στάζει ένα ακαθόριστης φύσης υγρό και τους αστραγάλους της να φυτρώνουν ρίζες μέσα στο μεταλλικό πάτωμα που τσουρουφλίζει. Οι ήλιοι σβήνουν ξανά. Το τσιγάρο πέφτει κάτω και η κάφτρα του σκορπάει σε μικρά φωτεινά κομματάκια που αναπηδώντας κρύβονται στον ουρανό και υποκρίνονται τώρα πια πως είναι άστρα.

Τα γέλια μου έρχονται σε επαναληπτικούς αντίλαλους, τρανταχτά και προσπαθούν μάταια να την ξυπνήσουν από τον οικόσιτο εφιάλτη της.

Categories: Share

Leave a Reply

Note: only a member of this blog may post a comment.