[IV]. Οi πρώteς βoήθeιes dεn έφtaσaν πotέ touς oν τiμe.


Tο βρέφος που σφαδάζει πιο πολύ στα κλάματα γλιστράει από τον κόμπο του μελανιασμένου λώρου του. Σκάει κάτω και μαζί με το καμουφλάζ του χάνει και τις αισθήσεις του. Κανένας ήχος δεν μπορεί να ακουστεί τώρα, σαν κάποιος να χαμήλωσε το «βόλιουμ» στην ένδειξη μηδέν, ακριβώς την στιγμή που η μητέρα του μεταμορφώθηκε σε αυτό το πέτρινο γλυπτό με ρίζες.

Οι ραφές στα οστά του κρανίου δεν έχουν προλάβει να δέσουν σωστά και έτσι το σφαιρικό της κεφαλής του παραμορφώνεται. Τα μάγουλα του χαράσσονται από ανευρύσματα αγγείων που εκτείνονται επεκτατικά μέχρι την βάση του λαιμού του. Στην τελευταία συνειδητή του σκέψη αφήνει τελεσίδικο σημείωμα και εκείνη τηλεκατευθύνει τις άκρες των λώρων -που είχαν ξεμείνει με τις βαλβίδες τους μετέωρες- προς τους πυλώνες, εκεί που οι τερατώδεις όμορφοι όγκοι τους, αμετάβλητοι από τα καιρικά φαινόμενα, ταξιδεύουν τα καλώδια για χιλιόμετρα από μέρος μακρινό σε μακρινό μέρος. Τα παράσιτα που δημιουργούνται πυροδοτούν τις διαδικασίες λήξης των μεταβολισμών και ξεκινούν όλες εκείνες διαδικασίες μιας επιταχυνόμενης αυτογήρανσης. Οι τηλεφωνικές συσκευές σε κάποιο άλλο μέρος πιο μακριά από εδώ, κουδουνίζουν τώρα αγριεμένα σαν ασταμάτητο ανίατο σύνδρομο που καλπάζει αφηνιασμένο, καλύπτοντας κάθε υπόνοια γέλιου. Οι απόγονοι βρίσκονται σε κίνδυνο και όσο ξεχασμένοι κι αν υπήρξαν μέχρι τώρα, κάτι πρέπει οπωσδήποτε να τους σώσει με κίνδυνο την αρτιμέλεια του, αν όχι και την ίδια του την ζωή.

Στο βάθος της εικόνας δυο όντα παραμορφωμένα, με κεραίες στις κορυφές των κεφαλιών και οπές ανάμεσα στα σκέλη τους, κλαίνε πάνω από τηλεφωνικές συσκευές τόσο πολύ, που μοιάζει πως το ακουστικό του καθενός έχει λιώσει και κολλήσει στον λοβό του αυτιού, σαν δεύτερη ακουστική εξάρτηση ή σαν ενοχλητικό υπερμέγεθες μαύρο έντομο που αναρροφά με βουλιμία μέσα του οποιοδήποτε ίχνος από την εξ αποστάσεως σχέση τους.

Τα ελικόπτερα σηκώνονται αμέσως από τις βάσεις τους με τα ντεπόζιτα φουλαρισμένα κοκτέιλ υγρών καύσης, έτοιμα να εντοπίσουν το έκτακτο περιστατικό. Οι φρουτοφάγοι στρατιώτες με γυαλιστερές στολές στοιβάζονται στην κοιλιά του, με κομμάτια φρούτων ξεχασμένα ανάμεσα στις σχισμές των δοντιών τους. Πλήρεις εξαρτήσεων αλλά όχι και ύπνου. Έτοιμοι για έρωτα. Έτοιμοι για πόλεμο. 

Η τραγική τους πλειοψηφία πιπιλάει παρόμοιες αργκό, που φτύνονται ανελέητα ως η μόνη δυνατή εκφραστική φύση που είναι ικανοί να διαχειριστούν. Το γεγονός αυτό δεν αποτελεί αντιπροσωπευτικό χαρακτηριστικό της μορφωτικής κατάστασης του καθενός, αλλά τίποτα από αυτά πλέον δεν έχει σημασία, τώρα που όλοι τους δεν είναι τίποτα άλλο παρά μη αναντικατάστατες μονάδες προς κατανάλωση. Οι μεταξύ τους συνομιλίες αναμασώνται και εξελίσσονται σε κάτι πιο πέρα από την ίδια την συνειδητή επικοινωνία, σε έναν άναρθρο κώδικα μιζέριας και πνευματικού κολλήματος, λες και την τελευταία φορά που λούστηκες ο βάλτος διάβρωσε τον εγκέφαλο σου με σουβλερά οξέα και εύφλεκτες κόλλες. 

Κατά την μετάβαση στον τόπο της επέμβασης μεθάνε με ληγμένο αλκοόλ και τοξικώνονται με απανωτά τσιγάρα αμφίβολης ποιότητας. Άπλυτοι και αξύριστοι από μέρες, όπως φιλόδοξοι ψύλλοι που αναμένουν καρτερικά να πετύχουν το θήραμα τους για να αναχθούν μια δαγκωματιά πιο πάνω στην τροφική αλυσίδα, παραμένουν δεμένοι στις θέσεις τους. Τα κράνη τους, σκεπάζουν το μοναδικό κυκλωπικό μάτι που βρίσκεται φυτεμένο στο μέτωπο τους και τα βαλιτσάκια τους είναι γεμάτα με ενέσιμα διαλύματα και καλογυαλισμένες σύριγγες μιας χρήσεως. Οι περισσότεροι από αυτούς θέλουν να πιστεύουν πως είναι έτοιμοι να ανταπεξέλθουν επιτυχώς στις απαιτήσεις του νευραλγικού τους πόστου, σκνίπα από ηλιθιότητα και τιμή. Η Επιχείρηση διάσωσης πάνω από όλα. Είναι καταδικασμένοι να επιτύχουν όπως και να έχει. 

-«Η αποτυχία εδώ δεν αποτελεί επιλογή, κύριοι. Δεν περιμένω τραυματισμούς αλλά ένα πεντακάθαρο θανατηφόρο χτύπημα». η φωνή του αρχηγού της αποστολής ακούγεται κάπου στο βάθος του μηχανικού σαματά που παράγουν οι έλικες.

Καθώς πλησιάζουν αστραπιαία, το βρέφος με ένα δυνατό σπασμό σαν ηλεκτροσόκ ανακτά τις αισθήσεις του. Με το πίσω μέρος του κεφαλιού του ζουλιγμένο στην μεταλλική επιφάνεια, ατενίζει τις έλικες του ελικοπτέρου να στριφογυρίζουν τόσο αργά, που είναι αδύνατον με βάση τους φυσικούς νομούς να μπορούν να βιδώσουν και να στηρίξουν τον όγκο του ελικοπτέρου στον ουρανό. Οι κόγχες των ματιών του πλημμυρίζουν αίμα, γίνονται μικρές λίμνες που ξεχειλίζουν. Μέσα τους, χωρίς ποτέ σου να μπορέσεις να το προσέξεις, παίρνουν όψη όλα τα αποτρόπαια φονικά που σχεδίασες στην σκέψη σου και δεν τα πραγματοποίησες.
Τα βλέφαρα στομώνουν από τις γρήγορες κινήσεις καθαρισμού, καθώς γλιστρούν στην επιφάνεια των κερατοειδών όλο και πιο γρήγορα σαν φρενήρεις υαλοκαθαριστήρες. Φτάνουν στο σημείο που κολλούν πάνω στην διαχωριστική σχισμή τους και μένουν στάσιμα. Σαν να βλέπει κακό όνειρο, οι κόρες από κάτω τρέχουν με τόση ένταση και νευρικότητα που νομίζεις πως σε λίγο το κατάκοιτο βρέφος θα πεταχτεί επάνω ουρλιάζοντας από πόνους που θα διαταράξουν την απόλυτη νεκρική ησυχία του σκηνικού. 

Ο στρατιώτης ειδικός έκτακτης ανάγκης, εξέρχεται πρώτος κατά την προσεδάφιση με ένα σάλτο υπέρμετρης άνεσης. Οι προβολείς του παίρνουν τα μάτια και ο θόρυβος από τις έλικες που τον ζάλιζε τόση ώρα ξαφνικά μεμιάς σταματάει. Αργεί να το συνειδητοποιήσει αυτό μέχρι να ισορροπήσει καλά μες στις αρβύλες του. Μετά κοιτάει σαστισμένος πίσω από τον ώμο του. Οι συνάδελφοι του διστάζουν να πηδήξουν. Τους φωνάζει κάνοντας τους νόημα μα ούτε καν ο ίδιος δεν μπορεί να ακούσει την φωνή του. Εκείνοι δείχνουν με τρόμο την θέα που εξαπλώνεται μπροστά από την μπουκαπόρτα. 

Το ουράνιο τόξο έχει διαφύγει από την κοιλιά της πετρωμένης μητέρας και μόνο μικρά υπολείμματα κρέμονται σαν μύρτα από τις άκρες της. Το υπόλοιπο συμπαγές σώμα του τερατώνεται και συνεχίζει να διαρρηγνύει το πάχος του σκούρου παραπετάσματος χρωματίζοντας τον φόντο, μα δεν αφήνει να φανεί τι βρίσκεται πίσω από την πολύχρωμη υπόσταση του. Το ξαπλωμένο βρέφος πετάγεται όρθιο σαν μηχανικό ρομπότ και με μια στριγκλιά λιώνει το κάλυμμα της επίκτητης κώφωσης που είχε επιβληθεί στο σκηνικό. Μετά πάλι πέφτει κάτω με όλο το βάρος του να το τραβάει επιτακτικά προς το κέντρο του πλανήτη.

Οι υπόλοιποι στρατιώτες μπροστά στο υπερβολικό θέαμα, φρικάρουν και παρακαλούν να φύγουν πριν τρελαθούν. Τα ελικόπτερα απογειώνονται ξανά, τρεπόμενα σε άτακτη φυγή και ο συναγερμός μέσα στην καμπίνα έχει πάψει να αντηχεί. Ούτε ένας κόκκος σκόνης δεν σηκώνεται και ο στρατιώτης που μόνος μένει πίσω, μπορεί και αυτός τώρα να δει τους έλικες να στριφογυρίζουν αργά, ακριβώς όπως και το ξαπλωμένο ημιθανές βρέφος. Βρίζει την ντροπή των συναδέλφων του. 

Το πλησιάζει αποφασισμένος, χωρίς δισταγμό. Εκείνο κρατάει τα βλέφαρα του σφιγμένα κι αναπνέει αχνά αφήνοντας μικρούς και απόλυτα κρυστάλλινους ακουστικά, ήχους. Λαμβάνει τις ζωτικές ενδείξεις και έτσι συμπεραίνει πως είναι ακόμη ζωντανό. Του αρκεί αυτό προς το παρόν. Ανέκαθεν του άρεσαν τα κατά συνθήκη ψεύδη, έτσι διασκέδαζε τις οποιεσδήποτε άσχημες εντυπώσεις που τον ενοχλούσαν. Ήταν και αυτός ένας τρόπος που χρησιμοποιούσε για να διατηρεί ακέραιη την ψυχοπνευματική του υπόσταση, παρά την δράση αποπροσανατολιστικών εξωτερικών ερεθισμάτων. 

Στην ευθεία γραμμή των μαλλιών-σκοινί απλώματος, τα υπόλοιπα βρέφη στέκουν ανάποδα κρεμασμένα και νεκρά με τις γλώσσες τους έξω να στάζουν. Η μωβ άχλυ που τα προστάτευε μέχρι τώρα εξανεμίζεται. Κοιτάζει έντρομος την μητέρα τους άγαλμα να στέκεται κι αυτή με το στόμα ανοιχτό αργοστάζοντας υγρά. Μετά τοποθετεί τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού, δείκτης-μέσος, στην δική του εξωτερική καρωτίδα κάνοντας το ίδιο και στον εαυτό του. Καταλήγει στο συμπέρασμα πως είναι και αυτός ζωντανός, μην έχοντας άλλη επιλογή από αυτή και μόνο. Σκύβει και σηκώνει στην αγκαλιά του το αναίσθητο βρέφος. Βγάζει από το πρόσωπο του την αντιασφυξιογόνο μάσκα και εφαρμόζοντας τα χείλη του στα ρουθούνια του ασθενή, εκπνέει γρήγορα και βαθιά, οξυγόνο μέσα του.

Με την τρίτη καταναγκαστική εισπνοή, το βρέφος ανοίγει τα μάτια και γραπώνει -χρησιμοποιώντας ολόκληρη την λαβή της παλάμης του- τον αντίχειρα του σωτήρα του. Πίσω από το κράνος του στρατιώτη, ο ιδρώτας παγώνει πάνω σε ρυάκια που κυλούν ρυτιδωτά. 

-«Μην επαναπαύεσαι σ’ ένα σωστό τάιμινγκ».

Το βρέφος μεταμορφώνεται σε κροκόδειλο που κλαίει ακατάπαυστα και εκνευριστικά. Το χνώτο του μυρίζει σαν τασάκι με γόπες θαλασσινές, καπνισμένες δίπλα στο κύμα. Με μια γρήγορη κίνηση εκμεταλλεύεται το σάστισμα του στρατιώτη και με αιχμηρούς κυνόδοντες του κόβει το χέρι από την άρθρωση του αγκώνα. Πέφτει από την αγκαλιά του και απομακρύνεται με την ζεστή σάρκα να λιώνει στο στόμα, ζωγραφίζοντας διάσπαρτα κηλίδες καθώς έρπει πάνω στην κοιλιά του.

Ο στρατιώτης γονατίζει κατάκοπος εξάγοντας μια εκπνοή πόνου, έκπληκτος κοιτάζει το χαμένο του άκρο που απομακρύνεται σαν λάφυρο ανάμεσα στα κιτρινισμένα δόντια του θηρίου. Μετά κοιτάζει την πληγή του που αιμορραγεί σαν ανοιχτός σωλήνας απαγωγής λυμάτων. Η εκπαίδευση του δεν προέβλεπε τέτοιου είδους ενδεχόμενα και ο ίδιος δεν μπορούσε με τίποτα να φανταστεί τέτοια εξέλιξη. Η επίθεση που δέχτηκε δεν του αφήνει κανένα περιθώριο παρά μόνο εκείνο του αυτοσχεδιασμού. Βγάζει με ψυχραιμία την ζώνη από την μέση του και με αστραπιαίες κινήσεις σφίγγει τον βραχίονα του, τυλίγοντας την αρκετές φορές γύρω του. Τέλος, καταφέρνει να κουμπώσει επιδέξια την αγκράφα έτσι ώστε να διατηρήσει το έτερο χέρι του ελεύθερο προς άμυνα, απέναντι σε μια τυχόν καινούρια αδικαιολόγητη επίθεση. 

Γονατιστός βγάζει το μαχαίρι του και η άκρη του ουράνιου τόξου που έχει απομείνει σαν υπόλειμμα έρχεται σαν προβολέας επάνω του και τον σκεπάζει. Στέκει μόνος του σε αυτό το φωτεινό μα παγωμένο περιβάλλον. Τα νέφη ψηλά συγκρούονται με σφοδρότητα μεταξύ τους και το ουρλιαχτό του μαζί με τους κεραυνούς που καταφτάνουν τον βυθίζει αύτανδρο σ’ έναν ορυμαγδό πολύχρωμων δακρύων και της τελευταίας πεντακάθαρα παραληρηματικής του σκέψης, που διαβρώνει την αδιαπέραστη μεταλλική υφή του εδάφους σε μια κάθετη τρύπα, ο βυθός της οποίας δεν μπορεί να φανεί με γυμνό μάτι.

-«Έχω βαρεθεί να μιλάω πια, να παίζω τον ίδιο αυτό ρόλο με την επιτυχία που αναμένεται συνεχώς από εμένα. Μερικές φορές πρέπει να βγει απλά ο εαυτός μου, κύριοι! Να, αυτό είμαι. Δεν θέλω να λαμβάνω καμμία αρνητική ενέργεια και μερικές φορές δεν επιθυμώ κανενός είδους εισερχόμενο εντός μου. Δεν θέλω να μεταβολίζω άλλο πια αυτό το κακό κάρμα, μονάχα ένα χιλιοστό απόλυτης και πολύτιμης γαλήνης επιθυμώ. 
Ότι και να πεις για μένα, όποια άποψη και να έχεις σχηματίσει, δεν πλησιάζει καθόλου εκείνο που ισχύει πραγματικά και αυτό γιατί, μπροστά στους άλλους, σε εσάς, γίνομαι αυτόματα μια πλευρά του εαυτού μου, από όλες εκείνες που μπορώ να έχω, εκείνη που είναι πιο κοντά σας. Χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει πως χάνω την προσωπικότητα μου, αν και έχω κατηγορηθεί αδίκως και ηλιθιωδώς για χαμαιλεοντισμό. Είναι πολύ απλά ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορώ να δείξω έμπρακτα την καλή μου θέληση, να συνεννοηθώ χωρίς όμως να χάσω κάτι από εμένα. Κάτι καλύτερο από την απόλυτη τυπικότητα, κάτι χειρότερο από την απόλυτη ειλικρίνεια. Μια μέση λύση που δεν ενοχλεί κανένα άλλον εκτός ίσως από εκείνους που ξέρουν ποιος πραγματικά είμαι και παρόλα αυτά δεν μπορούν να καταλάβουν την στάση μου αυτή. Άραγε σε ξέρει κανείς αληθινά;
Και τώρα όσο άδικο και να φαντάζει αυτό το τέλος ίσως κάπου σίγουρα μου αξίζει ως ένα βαθμό. Και για αυτό δεν φοβάμαι, ούτε και στεναχωριέμαι. Γιατί πάντα όταν πας να δώσεις κάτι, υπάρχει η πιθανότητα να χάσεις κάτι πιο πολύτιμο από αυτό που περιμένεις και οικιοθελώς διατίθεσαι να προσφέρεις.
Και στην τελική για να στο πω και έτσι απλά, δεν πρέπει και να αγχώνομαι καθόλου, γιατί στην πραγματικότητα έτσι όπως έχω χάσει τον εαυτό μου δεν έχω πλέον, κανένα όνομα να αποκαταστήσω, ούτε σαν άνθρωπος, ούτε σαν στρατιώτης, ούτε καν σαν ζώο».

Το βρέφος-κροκόδειλος αποτελειώνοντας το πρώτο του πιάτο πλησιάζει κι αυτό κλαίγοντας πεινασμένα για το υπόλοιπο. Η επεκτεινόμενη διάμετρος της τρύπας το προλαβαίνει. Μετά από μερικά άτσαλα βήματα, βυθίζεται μέσα της με την ίδια έλξη που αντιδρά στην δύναμη της βαρύτητας μια άβουλη πέτρα εκατομμυρίων μεγατόνων. Στην πτώση του προς έναν ακόμη πάτο, συναντά την ανάληψη του στρατιώτη που φτερουγίζει προς τα έξω χαμογελώντας ευτυχισμένα, με ένα ζευγάρι αστραφτερών φτερών σφηνωμένο στις ωμοπλάτες του. 

Ένα βλέμμα προς τα πάνω σε πείθει αμέσως πως η ιδιωτική του λιακάδα έχει αποκατασταθεί πλήρως και τον περιμένει με μεγαλοπρεπείς αγκαλιές ανοιγμένες.

Categories: Share

Leave a Reply

Note: only a member of this blog may post a comment.